Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

Κρίστη Στασινοπούλου & Στάθης Καλυβιώτης – Greekadelia


Την Κρίστη Στασινοπούλου την παρακολουθώ πολλά χρόνια. Προφανώς όχι από το δισκογραφικό ξεκίνημα της το 1981 αλλά αρκετά χρόνια αργότερα. Με την προσωπική της δισκογραφία να ξεκινάει το 1986 και με τα πρώτα τραγούδια να μην είναι διασκευές παραδοσιακών τραγουδιών ακόμα, η Κρίστη τραγούδησε κομμάτια του Σταύρου Παπασταύρου, του Κλέωνα Αντωνίου, της Ευανθίας Ρεμπούτσικα και του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου.

Η συνεργασία με τον Στάθη Καλυβιώτη μας πηγαίνει πίσω στο 1989 στη δημιουργία του συγκροτήματος Selana. Tα τελευταία δεκαπέντε χρόνια η συνεργασία τους είναι σταθερή και αποκλειστική. Στις ζωντανές εμφανίσεις και με την παλιά μορφή του συγκροτήματος που αριθμούσε αρκετά άτομα και μάλιστα πολύ καλούς μουσικούς, η Κρίστη ήταν απλά καταπληκτική. Οι ηλεκτρονικοί ήχοι και οι μουσικές του Στάθη, τα εύστοχα πειραγμένα παραδοσιακά τραγούδια, η φιγούρα της τραγουδίστριας να κινείται τόσο αρμονικά με τη μουσική – έχει εξαιρετική κίνηση η Κρίστη – αλλά και το δέσιμο των μουσικών δημιουργούσαν μια απίστευτη ατμόσφαιρα. Το εντυπωσιακό είναι πώς καταφέρνουν ακόμα και οι δύο τους, όπως εμφανίζονται συνηθέστερα πλέον, να δημιουργούν κατάνυξη και προσοχή στους ακροατές που, αν μη τι άλλο, δείχνει τόσο την αξία των κομματιών που παίζουν όσο και τον τρόπο που ξέρουν να τα αποδίδουν.


Η καινούργια δουλειά τους είναι η πρώτη που δεν κυκλοφορεί από ελληνική εταιρεία, έχει ήδη ξεχωρίσει στα world music charts, όπως και ο προηγούμενος,  και οι κριτικές και από τον διεθνή τύπο αναγνωρίζουν την ιδιαιτερότητα του.

Ο τίτλος Greekadelia προσπαθεί να περιγράψει τη μουσική του δίσκου. Τη μία πλευρά συνθέτει η ελληνικότητα του. Όλα τα κομμάτια – δεκατρία - είναι παραδοσιακά από πολλά μέρη της Ελλάδας. Το δεύτερο συνθετικό του τίτλου, από το psychedelia, δίνει μια εικόνα γι’ αυτό που προσπαθούν (και) σε αυτόν τον δίσκο: την αναδόμηση και αναμόρφωση και εν τέλει την εκ νέου παρουσίαση παραδοσιακών κομματιών με σύγχρονο ήχο και με μια αντίληψη που δεν απογυμνώνει το παλιό και αγαπημένο από νέους ήχους, σε συνδυασμό με ότι ο καθένας θα μπορούσε να προτείνει σύμφωνα με τη μουσική του αίσθηση και τις εμπειρίες του.

Ο δίσκος αρχίζει με το πολύ γνωστό «Μάτια σαν και τα δικά σου» .Όμορφη συνύπαρξη ηλεκτρονικών ήχων και λαούτου δια χειρών Καλυβιώτη και το μουσικό ταξίδι στην Ελλάδα ξεκινά, όχι μόνο με την ακρόαση του πρώτου κομματιού αλλά και με τη φωνή καπετάνιου κάποιου πλοίου στην αρχή και στο τέλος του. Όλοι έχουμε ταυτίσει τις αφίξεις και αναχωρήσεις πλοίων με τις ανάλογες ανακοινώσεις και την τραγική αγγλική προφορά και βέβαια και αυτό το ταξίδι έχει τον δικό του καπετάνιο.


 Περνώντας στη συνέχεια «Ανάμεσα Νισύρου»  τραγουδούν για το Θάνατο στο «Με γελάσαν τα πουλιά» και την απουσία στο «Χαλασιά μου»: σαφώς πιο κοντά στην αυθεντική μορφή του τραγουδιού απ’ ότι η γνωστή διασκευή του Βασίλη Δημητρίου με τη φωνή της Δήμητρας Γαλάνη από τη χρονιά του 1971 αλλά και πιο κοντά στο νόημα του.

Ταξιδεύουν με επιτυχία «Μες του Αιγαίου τα νερά», σε μια πιο ήρεμη εκδοχή και δίνουν μια ινδική απόχρωση στο «Πες μου ποια μάνα». Μια ινδική πινελιά  υπάρχει γενικότερα στο δίσκο λόγω του ινδικού αρμόνιου που παίζει η Κρίστη Πρόκειται για μια μικρογραφία αρμόνιου με πολλές διαφορές από το γνωστό αρμόνιο, μάλλον πιο κοντά στο ακκορντεόν με την έννοια της συνεχούς μηχανικής τροφοδοσίας σε αέρα με διαφορετικό όμως τρόπο. Το ινδικό αρμόνιο αγόρασε η Κρίστη στην Ινδία επηρεασμένη από την Nico (των Velvet Underground) και από τους beat ποιητές όπως ο Ginsberg ο οποίος χρησιμοποιούσε αυτό το όργανο ως συνοδεία στις αναγνώσεις ποιημάτων.

 Τα τζιτζίκια μας μεταφέρουν «Κάτω στα δασιά πλατάνια» σε μια πολύ ενδιαφέρουσα μουσική απόδοση ενός πικρού παραδοσιακού τραγουδιού (αλλιώς: Διαμαντούλα). Στο «Έρχομαι κι εσύ κοιμάσαι» και πάλι φυσικά ηχητικά samples ανοίγουν το κομμάτι για να οδηγηθούμε στο πιο έντονο κομμάτι του δίσκου και σίγουρα μια από τις καλύτερες στιγμές του δίσκου, το «Ρόδο της πρωτανάστασης»: μια εξαιρετική μίξη παραδοσιακής μελωδικής γραμμής με κατά τόπους trance/dance στοιχεία που σε κερδίζει από το πρώτο άκουσμα. Και αφού αναφερόμαστε σε ανάσταση, οι καμπάνες άριστα δεμένες με το υπόλοιπο κομμάτι, οδηγούν τρόπον τινά στη μουσική ζεύξη της ελληνικής και ινδικής θρησκείας καθώς δίνουν τη θέση τους στο ινδικό αρμόνιο με το οποίο η Κρίστη τραγουδά το «Ρόδισε η Ανατολή».

                                                 Ακούστε δείγματα (και αγοράστε)

Είναι σαφές ότι η επιλογή τους και μόνο να ηχογραφήσουν το δίσκο όπως πρόκειται να παίζεται ζωντανά από ένα ευέλικτο σχήμα δύο ατόμων, την Κρίστη και το Στάθη, έτσι που να μπορεί να διαμορφώνει το παγκόσμιο πρόγραμμά εμφανίσεών του πιο εύκολα (και πιο οικονομικά), διαφοροποιεί το δίσκο σε σχέση με τον οργανικό πλουραλισμό των προηγούμενων. Σε κάθε περίπτωση όμως οι δυνατότητές τους, οι ιδέες τους, οι εμπειρίες τους και οι επαφές τους με αντίστοιχους μουσικούς παγκόσμιου βεληνεκούς αντισταθμίζουν το αποτέλεσμα.

Θα ήθελα περισσότερα ρυθμικά, γρήγορα κομμάτια, χωρίς αυτό να αποτελεί απαραίτητα μειονέκτημα. Το έχουν κάνει με εξαιρετική επιτυχία στο παρελθόν και είναι τέτοια κομμάτια που ακούγονται συχνότερα στα ραδιόφωνα - προφανώς αυτό δε σημαίνει με κανέναν τρόπο ότι αποτελεί μπούσουλα επιλογής τραγουδιών.


Πάντα έβρισκα και ακόμα βρίσκω πολύ ευχάριστο το γεγονός πως υπάρχουν άνθρωποι με αγάπη για την παραδοσιακή μας μουσική. Είναι ένα είδος που διατηρεί τις μνήμες του τόπου μας, έχει σαφώς μουσικό και μουσικολογικό ενδιαφέρον και ίσως πάνω απ’ όλα μπορεί να κρατήσει και κρατάει τους εθνικούς και κοινωνικούς δεσμούς. Δεν είναι ένα είδος νεκρό και δεν είναι ένα είδος που δεν επιδέχεται πειραματισμούς και νεωτερισμούς.

Ελπίζω κι εγώ, όπως η Κρίστη και ο Στάθης, «πως αυτός ο δίσκος θα ενθαρρύνει τους ακροατές να ανακαλύψουν και να απολαύσουν τις αυθεντικές αποδόσεις αυτών των όμορφων τραγουδιών»

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012

Παντελής Στόικος – Αυθεντικά



Ο Παντελής Στόικος είναι ένας μουσικός με ήχο χαρακτηριστικό, εύκολα αναγνωρίσιμο στον ελληνικό χώρο. Προφανώς το ενδιαφέρον δεν είναι κυρίως αυτό αλλά το γεγονός ότι είναι ένας πολύ καλός μουσικός, που είτε κινείται σε βαλκανικά χρώματα είτε σε jazz δρόμους είτε σε συνδυασμό τους πάντα προκαλεί το ενδιαφέρον και το θαυμασμό των ακροατών. 


 Από την Μπάντα της Φλώρινας στους Λαϊκεδέλικα του Θανάση Παπακωνσταντίνου και από την Ορχήστρα του δρόμου της Ευανθίας Ρεμπούτσικα και του Παναγιώτη Καλατζόπουλου στις συνεργασίες με γνωστούς μουσικούς εντός και εκτός Ελλάδας αναγνωρίζεται ως ένας από τους καλύτερους τρομπετίστες του είδους στο χώρο του.  Στο Ακριτικό Τρίο, ως ιδρυτής, έδειξε που θέλει να κινηθεί. Στο Τrio Balkano τον απολαμβάνουμε με τον Αλέκο Παπαδόπουλο στα ντραμς και τον Λάκη Τζήμκα στο κοντραμπάσσο, δυο επίσης άρτιους μουσικούς.

Πέρα από τις συνεργασίες με μουσικούς και τα σχήματα στα οποία είναι μέλος, ο Στόικος κυκλοφόρησε το 2004  μια προσωπική δουλειά με τίτλο «Θραύσεις» και τον Δεκέμβριο του 2011 μια πιο καινούργια με τίτλο «Αυθεντικά». Ενδιαφέρον έχει πως τα κομμάτια του δίσκου είναι ηχογραφήσεις που ξεκινούν από το 2000 και τελειώνουν το 2011 και οι χώροι της ηχογράφησης ποικίλουν, δεν έγραψε  μόνο σε στούντιο αλλά και στο σπίτι του, στο χωριό του, σε live


Πολλοί μουσικοί συνδράμουν στην μουσική αυτή κατάθεση, οι περισσότεροι, όπως είναι λογικό, μουσικοί με τους οποίους Ο Στόικος έχει ιστορικό ηχογραφήσεων: Τους άλλους δυο Trio Balkano, τον Λουκά Μεταξά, τον Νεκτάριο Καρατζή, τον Κώστα Μερετάκη, το Νίκο Ψοφογιώργο, τον Τheodosii Spassov, τον Δημήτρη Αθανασίου,  τον Κυριάκο Ταπάκη, την Σοφία Παλαμήδη, τον Χρήστο Νάτσιο. 

Ο ίδιος ο Παντελής Στόικος λέει για τον δίσκο ότι, όπως και για τον προηγούμενο, «η ιδέα ήρθε το ’97 έχοντας την επιθυμία να παίξω με μουσικούς ελεύθερους στο πνεύμα, δίχως ταμπέλες όπως “παραδοσιακός” ή “τζαζίστας” ή οτιδήποτε άλλο…. Με το πέρασμα του χρόνου άρχισα να αισθάνομαι εγκλωβισμένος στα ωδεία, αλλά και στις παραδοσιακές ορχήστρες με αποτέλεσμα πολλές φορές να παίζω δίχως να έχω την ελευθερία να εκφραστώ. Ήθελα να ψάξω, να μάθω, να προχωρήσω παραπέρα. Έτσι το ’99 ξεκίνησα μια σειρά ηχογραφήσεων με φίλους κυρίως από την περιοχή της Φλώρινας, αλλά και από την Θεσσαλονίκη, παίζοντας σκοπούς και συνθέσεις με έναν διαφορετικό τρόπο. Τον επόμενο χρόνο άρχισα μια νέα σειρά με φίλους που μου άρεσε πολύ να τους ακούω να αυτοσχεδιάζουν. Η πρώτη εκδόθηκε υπό τον τίτλο Θραύσεις τον Απρίλιο του 2004. Επτά χρόνια  αργότερα σας παραδίδω τη δεύτερη, με τα Αυθεντικά».


Ο δίσκος περιέχει 15 κομμάτια. Από την πρώτη ακρόαση ιδιαίτερα τραβούν το ενδιαφέρουν τα κιουτσέκ (στυλ σκοπού που υπάρχει σε όλη τη Βαλκανική και το συναντάμε είτε ως 4/4 είτε ως 9/8 συνήθως σε γοργό και εύθυμο ρυθμό. Παίζεται κυρίως στις γειτονιές των ρομά). Το “Ζαράμο τουρλού” και το “Ταξιδεύοντας”, δύο πολύ ωραία κομμάτια, με την διαφορετικότητά τους δίνουν το ευρύ πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί ο δίσκος.

 Όλος ο δίσκος είναι ένα σύνολο μουσικών θεμάτων με μεγάλη ποικιλία στους ρυθμούς που διατηρούν σταθερό το ενδιαφέρον. Γρήγορα κομμάτια εναλλάσονται με αργά, οι διαφορετικοί μουσικοί σε κάθε κομμάτι δίνουν μια αίσθηση του απρόσμενου για το επόμενο και τα σόλο κομμάτια συχνά λειτουργούν σαν γέφυρες μεταξύ αυτών με πολλά όργανα, ίσως και λόγω της μικρής τους, συχνά, διάρκειας.Tα δύο σύντομα “Ηχοτοπία” (field recordings) συμβάλλουν στην αίσθηση φυσικότητας - που έτσι κι αλλιώς σχηματίζεται από τον φυσικό ήχο τρομπέτας και κρουστών.

Δεν θα κατηγοριοποιήσω το δίσκο γιατί είναι ακριβώς αυτό που δε θέλει ο Στόικος αλλά και γιατί οι κατηγοριοποιήσεις έχουν μάλλον πρακτικό χαρακτήρα: για την ταξινόμηση της δισκοθήκης, την ένταξη σε ανάλογες στήλες, περιοδικά, μουσικές ειδήσεις. Θα προχωρήσω μόνο σε μια κατηγοριοποίηση, αυτή του αξιοπρόσεκτου δίσκου.

Κυριακή 27 Μαΐου 2012

Μπάμπης Παπαδόπουλος – Απ’ τη σπηλιά του δράκου



Kαι μόνο το γεγονός ότι ως μουσικός χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης στον σκληρό κύκλο των μουσικών μας λέει κάτι εκ προοιμίου. Η μεγάλη θητεία του στις Τρύπες – αλλά και στους Λαϊκεδέλικα του Θανάση Παπακωνσταντίνου ως μέλους  και ως ενορχηστρωτή - αποτέλεσε πολύτιμο εφόδιο για τη συνέχεια με προσωπική δισκογραφία που ξεκίνησε το 2008 και συνεχίζεται. Οι «σκηνές από ένα ταξίδι», η πρώτη του δισκογραφική δουλειά, ταξίδεψαν με τον Μπάμπη Παπαδόπουλο και τον έφεραν στο Πόρτο Δράκο, όπως ονομαζόταν ο Πειραιάς κατά τον 17ο-18ο αιώνα.



Μπαίνοντας στη «σπηλιά του Δράκου» ουσιαστικά μπαίνουμε στους τεκέδες του Πειραιά με τους ρεμπέτες να άδουν τα κυνηγημένα τους άσματα εκφράζοντας με τον δικό τους τρόπο την δύσκολη καθημερινότητά τους. Αυτές τις μουσικές αφουγκράστηκε ο  Μπάμπης Παπαδόπουλος και τις μετέφερε στη νέα του δουλειά.

Μα, τι σχέση έχει ένας ροκάς με τα ρεμπέτικα;


Λάθος ερώτηση. Ο Μπάμπης Παπαδόπουλος είναι μουσικός με την ευρεία έννοια της λέξης. Ο χαρακτηρισμός ροκάς τον μειώνει – ποσοτικά. Οι «σκηνές από ένα ταξίδι» επιβεβαίωσαν τα παραπάνω. Και το «απ’ τη σπηλιά του Δράκου» έρχεται να δείξει έναν μουσικό που εξελίσσεται και το διαπιστώνουμε με ευκολία. ‘‘Αυτή η ηχογράφηση έγινε για να καταγραφούν τα συγκεκριμένα τραγούδια με τον τρόπο που τα νιώθω εγώ σήμερα’’ γράφει ο ίδιος στο σημείωμα του δίσκου. Με ήχο ακουστικό, έξι τραγούδια από τα ρεμπέτικα της δεκαετίας του 1930, ένα τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα από το 1948 και  τέσσερα θέματα-γέφυρες, συνθέτουν μια προσέγγιση ιδιαίτερη, σύγχρονη και προσωπική.

Η «καλόγρια» του Βαγγέλη Παπάζογλου να καταλήγει σε gypsy swing, ο «σινάχης» του Μάρκου με slide κιθάρες και τόσο ο Μπάμπης Παπαδόπουλος στην κιθάρα όσο και ο Διονύσης Μακρής στο κοντραμπάσο να συνοδεύουν με jazz περάσματα τα σόλα του Δημήτρη Βλαχομήτρου στο μπουζούκι. Στα θέματα-γέφυρες παίζει πιάνο ο Γιώργος Χριστιανάκης. Αυτές οι μινιατούρες  και λειτουργούν αλλά και είναι μουσικές γέφυρες του τότε με το τώρα, ως νέες συνθέσεις του Παπαδόπουλου.


Σαφώς και δεν μας ξαφνιάζει η σχέση του με τη Jazz που αποτυπώθηκε και στη συνεργασία του με το Φλώρο Φλωρίδη και όχι μόνο. Αλλά μας εντυπωσιάζει η άνεση που το κάνει και ο τρόπος που καταφέρνει να δέσει τα νέα στοιχεία με τις παραδοσιακές μουσικές γραμμές, οριζόντιες και κάθετες. Είναι αποδεδειγμένα πολύ σύνηθες για έναν οργανικό δίσκο να φλυαρεί και να έχει μερικές, μόνο, ενδιαφέρουσες στιγμές οι οποίες βέβαια δεν μπορούν να χαρακτηρίσουν όλο το δίσκο. Αυτό είναι ακριβώς ότι δεν συμβαίνει με αυτόν τον δίσκο. Πρώτα απ’ όλα ο δίσκος έχει λόγο ύπαρξης. Δεν έγινε απλά για λόγους προσπάθειας  φρεσκαρίσματος, «ανανέωσης», των τραγουδιών με επίφαση νεωτερισμού. Ο Παπαδόπουλος ήθελε να δώσει μια δική του εκδοχή και τα κατάφερε. Επίσης, ο δίσκος δεν έχει καμμία σχέση και με τις άλλες σύγχρονες απόπειρες διασκευών ρεμπέτικων τραγουδιών. Τα τραγούδια ουσιαστικά ανασκευάζονται, και αυτό γίνεται  λιτά και προσεγμένα . Είναι μια δουλειά αποκλειστικά αφιερωμένη στο ρεμπέτικο, και μάλιστα του Πειραιά, με τρόπο ολοκληρωμένο και όχι μερικό – μια μικρή μόνο αναφορά με ένα δύο τραγούδια.


Πρέπει τέλος να αναφερθεί η πολύ καλή ηχητική απόδοση του δίσκου, με μηχανικό ήχου τον Τίτο Καργιωτάκη ο οποίος έκανε και τις μίξεις, και η οικολογική συσκευασία του δίσκου.

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

May Roosevelt - Haunted


Πρέπει να ξεκίνησα να γράφω για το δίσκο πάνω από δέκα φορές και κάθε φορά που άκουγα το δίσκο ήθελα να γράψω και διαφορετικά πράγματα. Tώρα όμως που βρισκόμαστε πλέον στα μέσα του μήνα Μάη (May), είναι ακριβώς ο μήνας που πρέπει να μιλήσουμε ξανά για το δίσκο αυτό.   Ένας δίσκος για τη May Roosevelt που δεν έχει καμιά σχέση με τον προηγούμενο σε όλα τα επίπεδα.


Το θέρεμιν ασκεί τα τελευταία χρόνια μια ιδιαίτερη έλξη σε ακροατές και μουσικούς. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα και οι ακροατές να απολαμβάνουν (και να ψάχνουν να απολαμβάνουν) τους ήχους του στα live και στους δίσκους αλλά και οι μουσικοί να ερωτοτροπούν ολοένα και συχνότερα με το ιδιαίτερο αυτό όργανο. Πολλοί προσπαθούν να μάθουν και συνήθως δεν τα καταφέρνουν ενώ το μεγαλύτερο μέρος όσων ισχυρίζονται ότι παίζουν θέρεμιν κινείται συνήθως σε μέτρια εκτελεστικά επίπεδα. Η May Roosevelt δεν ανήκει σε κάποια από αυτές τις δύο κατηγορίες. Αυτό βέβαια έχει ως αποτέλεσμα και οι προσδοκίες που έχει κανείς από μια καλή μουσικό να είναι υψηλότερες. Η εμπειρία που αθροίζει είτε ως session μουσικός είτε ως μέλος συγκροτημάτων σε συνδυασμό με τις προφανείς, ακουστικά, δυνατότητές της καταγράφονται με δυναμικό τρόπο στη νέα της ηχητική παρουσίαση.  


Ξεκινώντας με τα εξωτερικά του cd παρατηρούμε ένα πολύ καλαίσθητο design και χωρίς ίχνος πλαστικού· ανοίγουμε το  cd σαν… δώρο και μπαίνουμε στο στοιχειωμένο κόσμο του θέρεμιν της May. Οκτώ μουσικά θέματα βασισμένα σε παραδοσιακούς ρυθμούς: φαντάσματα του παρελθόντος; Κάθε άλλο! Κατ’ αρχήν ο ήχος είναι τέτοιος που με κανέναν τρόπο δεν σε πηγαίνει πίσω. Είναι σύγχρονος, με το θέρεμιν παιγμένο με μαεστρία από τη «Μαγιοπούλα Μάγισσα»  να σε μαγεύει και σε πηγαίνει σε έναν κόσμο σκοτεινό, στοιχειωμένο. Ήχος συμπαγής, έβαλε  το χεράκι του –κυριολεκτικά-  και ο ION στη μίξη, μουντός, όσο χρειάζεται για να δημιουργήσει αυτή την απόκοσμη ατμόσφαιρα φόβου, άγνωστης απειλής. Τα μοτίβα αν και κινούνται ρυθμικά πάνω σε ρυθμούς ελληνικών χορών (Ζεϊμπέκικος, Μαντηλάτος, Πωγωνίσιος, Κότσαρι, Ζωναράδικος, Τσάμικος, Καλαματιανός) δεν μεταφέρουν παλιές ελληνικές μελωδίες με τη μορφή παραλλαγών ή οποιωνδήποτε μορφών μουσικής επεξεργασίας. Η Μay δεν είναι ο Σκαλκώτας και δεν προσπαθεί να γίνει. 


Αρχική ιδέα για τη δημιουργία του «Haunted», λέει η May, ήταν το ζεϊμπέκικο «The unicorn died», που ηχογραφήθηκε και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη μουσική ακαδημία της Red Bull το Φεβρουάριο του 2010 στο Λονδίνο. Η εξέλιξη της ιδέας αυτής και ο προβληματισμός για τη θέση της παραδοσιακής μουσικής ρυθμολογίας στη σύγχρονη ελληνική χορευτική μουσική οδήγησε στη δημιουργία ενός κύκλου οκτώ κομματιών, οκτώ διαφορετικών παραδοσιακών χορών. 


Μια ποικιλία ήχων και οργάνων δίνουν στα οκτώ αυτά κομμάτια την αίσθηση του υπερφυσικού. Κλείστε τα φώτα, τα παράθυρα. Συγκεντρωθείτε . Αυτός ο ήχος… ήταν σίγουρα  από τα ηχεία;

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Diminuita – Arhythmology


Δεν ξέρω αν ισχύει και στη jazz ότι ισχύει στη μουσική γενικότερα, ότι δηλαδή πηγαίνουμε πίσω αναμασώντας παλιά είδη και μουσικές. Πέρα από νέα ρεύματα -που και αυτά κάπου πατούν- η τάση είναι όπισθεν ολοταχώς. Στη jazz πάντως και συγκεκριμένα στον ελληνικό χώρο που μας ενδιαφέρει περισσότερο, βιώνουμε τα τελευταία χρόνια μια αναβίωση του Gypsy swing ή manouche η οποία προσωπικά με χαροποιεί ιδιαίτερα αφού είναι από τα είδη της jazz που ακούω με περισσότερη ευχαρίστηση. Περιμένω αυτή η αναβίωση να εξελίξει το manouche με τρόπους που ακόμα δεν μπορούμε να φανταστούμε.


Αίσθηση ενός ταξιδιού στο χρόνο δημιουργεί αυτό το άκουσμα, πίσω στη Γαλλία της δεκαετίας του ‘30: γρήγορος – πολύ γρήγορος – ρυθμός, με τις χαρακτηριστικές συγχορδίες του είδους λόγω προφανώς και των… λίγων δακτύλων του αριστερού χεριού του κύριου εκπροσώπου του Gypsy swing, του Django Reinhardt, ο οποίος κατόρθωσε παρ’ όλα αυτά όχι μόνο να ξεπεράσει αυτό του το μειονέκτημα αλλά να κάνει και τους κιθαριστές όλου του κόσμου να παίζουν σαν να έχουν ανάλογο πρόβλημα και οι ίδιοι.

Οι Diminuita είναι ένα συγκρότημα με τρία μέλη. Η Έφη Σαράντη παίζει ρυθμική κιθάρα, ο Κώστας Αρσένης παίζει κοντραμπάσσο και ο Γιώργος Παπαδογιάννης είναι αυτός που θαυμάζει ο ακροατής του manouche γιατί είναι τα ταχύτητατα σόλα στην κιθάρα που τραβούν την προσοχή (ακόμα και στο ροκ) και φυσικά αναδεικνύουν και τη δεξιοτεχνία του κιθαριστή. 
 

Από τα τέλη του 2007 το συγκρότημα εμφανίζεται σε πόλεις σε όλη την Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό και το 2011 κυκλοφορεί τον πρώτο του δίσκο με τίτλο “arhythmology”. Πρόκειται για μια δουλειά με δέκα κομμάτια τα οκτώ από τα οποία είναι του  Γιώργου Παπαδογιάννη. Ο δίσκος ξεκινάει δείχνοντας με το καλημέρα που κινείται μουσικά, κυριολεκτικά, αφού το “Bonjour” είναι και το πρώτο κομμάτι του δίσκου. Το δεύτερο κομμάτι έχει τον περίεργο – πριν ακούσεις το κομμάτι -  τίτλο “J.S. Panther”. H εισαγωγή όμως ξεδιαλύνει τα ερωτηματικά καθώς οι πρώτες νότες από την Toccata and Fugue in D minor του J.S.Bach ακούγονται, και φυσικά όχι από εκκλησιαστικό όργανο αλλά από την κιθάρα του Παπαδογιάννη.  Η συνέχεια είναι μια πολύ ωραία σύνθεση του ιδίου με έντονα ρυθμικά, είναι χαρακτηριστικό του gypsy swing το χτύπημα σε κάθε τέταρτο του μέτρου εξ’ άλλου, και οι γρήγορες αλλαγές των συγχορδιών απαιτούν μεγάλη δεξιοτεχνία και από τον ρυθμικό κιθαριστή. Το κλείσιμο με μέρος από το θέμα του Ροζ Πάνθηρα του Henry Mancini γίνεται με πολύ καλό δέσιμο δικαιώνοντας έτσι και τον τίτλο, όπως αναφέρθηκε.



Οι ευχάριστες εκπλήξεις συνεχίζονται και στο επόμενο. Είναι η σειρά του πασίγνωστου “Bolero” του Maurice Ravel να… εκτζαζιστεί και αυτό πραγματοποιείται με μεγάλη επιτυχία και είναι από τα πολύ δυνατά σημεία του δίσκου όχι γιατί ο δίσκος υστερεί στα υπόλοιπα κομμάτια αλλά γιατί γνωρίζοντας κάποιος ένα κομμάτι και ακούγοντας μια επιτυχημένη διασκευή το συγκρατεί πιο εύκολα.

Μετά το “Ravels” ακολουθεί μια όμορφη μπαλάντα, το «“Bad luckPrince” και μια ρυθμική αλλαγή σε “5/4”: στον δίσκο υπάρχει μια ποικιλία ρυθμών και δίνει επιπλέον ενδιαφέρον στο δίσκο. Στο “Influasitive” που ακολουθεί, διακρίνεις μια εύστοχη συνέχεια από το προηγούμενο και μια ροή που οδηγεί στα  ακόμα πιο γρήγορα “Stretch note valse” και “Douce”, δύο κομμάτια κλασικά manouche στην ταχύτητα και το συνολικό ηχητικό αποτέλεσμα, κλασικά με την έννοια ότι είναι αυτό ακριβώς που έχουμε σαν μουσική εικόνα αυτού του είδους.

Στο “Almost too serious” ακούμε solo τον Γιώργο Παπαδογιάννη σε μια ενδιαφέρουσα δική του σύνθεση και ο δίσκος κλείνει με το ”Ah Bach” ή «Αχ βαχ» στα ελληνικά! Σύνθεση του J.S.Bach σε arrangement του Παπαδογιάννη -όπως και στο «Ravels” - ο οποίος έχει κάνει και την παραγωγή του δίσκου. Είναι ένας κιθαριστής που είναι φανερό ότι έχει δουλέψει πολύ και ως μουσικός και ως ακροατής πάνω στο απαιτητικό αυτό swing και η ευκολία και η καθαρότητα που ανεβοκατεβαίνει στην κιθάρα του το πιστοποιούν.


 Η δισκογραφία είναι ακόμα φτωχή στην Ελλάδα, στο είδος αυτό, αλλά ο δίσκος έρχεται με τους καλύτερους οιωνούς για τη συνέχεια και για το συγκρότημα και για την ελληνική σκηνή. Ο δίσκος δεν πωλείται στα καταστήματα. Μπορείτε να τον παραγγείλετε από το ίδιο το συγκρότημα στο http://diminuita.com/discography

Να αναφερθεί ότι οι Dinuita εμφανίζονται παίζοντας και ρεμπέτικα, σε διαφορετικές βέβαια βραδιές, με πολύ χαρακτηριστικό αποτέλεσμα, χωρίς να έχουν δισκογραφήσει κάτι ανάλογο.

Στις 25 Μάιου στη Θεσσαλονίκη, στο Block 33 και στα πλαίσια του Gypsy Jazz Festival Django Fest”, οι Diminuita θα δώσουν το παρών, όπως έκαναν και στα ανάλογα φεστιβάλ στο πρόσφατο παρελθόν στην Αθήνα.